Oι ιδιότητες του ξύλου &  ο παράγων υγρασία                                                     

   Η υγρασία είναι ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες της ποιότητας ή και της καταλληλότητας του ξύλου τηs κατασκευής και αυτό γιατί το ξύλο είναι υγροσκοπικό, δηλαδή έχει την ιδιότητα να απορροφά και να αποβάλλει υγρασία αναλόγως της υγρασίας του περιβάλλοντός του. Δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει ομοιόμορφα και  η κίνηση αυτή δεν σταματά ακόμα και όταν το ξύλο είναι παλαιό. Έχει παρατηρηθεί σε καλούπια κιθάρας Torres (τέλος 19ου αιώνα) κάποια απόκλιση στις διαστάσεις τους ανάλογα με τη σχετική υγρασία. Ο όρος σχετική υγρασία της ατμόσφαιρας περιγράφει τη σχέση της ποσότητας των υδρατμών που περιέχονται στην ατμόσφαιρα δια της μεγίστης ποσότητας που μπορεί να περιέχεται στην ίδια θερμοκρασία. Η σχετική υγρασία εκφράζεται συνήθως σε ποσοστό επί τοις εκατό. Εκεί που ο αέρας είναι πλήρως κορεσμένος, όπως στη περίπτωση πυκνής ομίχλης, η σχετική υγρασία είναι 100% και όταν έχουμε θερμοκρασία αρκετά κάτω από το μηδέν, όπου όλοι οι υδρατμοί έχουν παγώσει και στερεοποιηθεί, η υγρασία του αέρα είναι 0%.

   Η επίδραση της σχετικής υγρασίας της ατμόσφαιρας στο υγροσκοπικό ξύλο περιγράφεται παρακάτω. Αν τοποθετήσουμε ένα κομμάτι πολύ λεπτού ξύλου σε ένα πολύ ξηρό δωμάτιο εκείνο σιγά-σιγά θα χάσει υγρασία, βάρος και θα συρρικνωθεί. Ύστερα από αρκετές ώρες στο ίδιο αυτό περιβάλλον θα αποκτήσει σταθερότητα. Τότε θεωρούμε ότι η περιεκτικότητα του ξύλου σε υγρασία βρίσκεται σε ισορροπία με την υγρασία τής γύρω ατμόσφαιρας. Αν  το ίδιο κομμάτι ξύλου μεταφερθεί σε υγρό περιβάλλον η διαδικασία θα συμβεί αντίστροφα, δηλ. το ξύλο μας θα δεσμεύσει υγρασία και θα διογκωθεί μέχρι να σταθεροποιήσει τις διαστάσεις του σε νέα ισορροπία. Αυτή η ισορροπία και στις δυο περιπτώσεις λέγεται ισορροπία υγρασίας. Στην κατάσταση της ισορροπίας υγρασίας οι διαστάσεις του ξύλου παραμένουν αμετάβλητες. Όταν όμως η σχετική υγρασία αλλάξει και συνδυαστεί με μεταβολή θερμοκρασίας, οι δεδομένες διαστάσεις αλλάζουν από λίγο έως και δραματικά πολλές φορές .

   Η δύναμη με την οποία δεσμεύει το ξύλο την υγρασία και διαστέλλεται είναι τεράστια. Η διαστολή και η συρρίκνωση του ξύλου από την υγρασία είναι διπλάσια στην κατά πλάτος διάσταση του ξύλου και ως προς την κάθετη με τις μυελικές ακτίνες (νερά του ξύλου) διάσταση. Δηλαδή ένα καπάκι πχ φαρδαίνει και στενεύει σε διπλάσιο βαθμό απ’ όσο επιμηκύνεται ή κονταίνει.

   Το ξύλο είναι μέρος ενός οργανισμού ζωντανού του δέντρου. Ο ιστός του αποτελείται από κύτταρα και μεσοκυττάριες αποστάσεις. Το κάθε κύτταρο αποτελείται από το κυτταρικό τοίχωμα και την κυτταρική κοιλότητα. Το ξύλο πάντα περιέχει έστω και μία μικρή ποσότητα νερού που όταν βρίσκεται στο εσωτερικό του κυττάρου λέγεται ελεύθερο και όταν βρίσκεται εμποτισμένο στα κυτταρικά τοιχώματα λέγεται υγροσκοπικό. Όταν λοιπόν ένα ξύλο ξηραίνεται, σε κάποια φάση της διαδικασίας τα κύτταρα χάνουν το νερό που περιέχουν (ελεύθερο), ενώ εξακολουθούν να συγκρατούν ακέραια την υγροσκοπική υγρασία. Στο σημείο αυτό ,το ξύλο βρίσκεται σε κατάσταση ινοκόρου σε σημείο κορεσμού της ίνας από την υγρασία που παραμένει εγκλωβισμένη στα κυτταρικά τοιχώματα. Μέχρι το σημείο αυτό το ξύλο δεν μεταβάλλει το σχήμα ή τον όγκο του, παρά μόνο το βάρος του. Αν όμως εξακολουθήσουμε την ξήρανση, τότε το ξύλο θα αρχίσει να χάνει την υγρασία των κυτταρικών τοιχωμάτων (την υγροσκοπική) και τότε και μόνον τότε εμφανίζει ρίκνωση, δηλαδή αλλοιώνει το σχήμα και τον όγκο του ακανόνιστα.

   Το επίπεδο υγρασίας για ξύλα οργανοποιίας, ξεκινάει από το επίπεδο 12-15% και κάτω. Είναι επιθυμητό τα ξύλα να ναι όσο το δυνατόν πιο κόντα στην ισορροπία υγρασίας  για να περιοριστούν  τα προβλήματα των παραμορφώσεων.

 
   Παράγοντες αφύγρανσης του ξύλου εκτός από το είδος του (κάθε είδος και διαφορετικός βαθμός στη φυσική ευκολία αφύγρανσης) είναι αρκετοί. Ένας όμως ,η θερμοκρασία, είναι αυτονόητος. Όσο  υψηλότερη θερμοκρασία, τόσο ταχύτερα λιγότερο νερό στο ξύλο και τόσο πιο απότομη μεταβολή στην τιμή της. Στον παρακάτω πίνακα φαίνονται οι τιμές ισορροπίας του ξύλου σε συνάρτηση με τη σχετική υγρασία και θερμοκρασία της ατμόσφαιρας. Εκεί που συναντάται η τιμή του οριζόντιου άξονα των θερμοκρασιών και του κάθετου της σχετικής ατμοσφαιρικής υγρασίας, έχουμε την ένδειξη της ισορροπίας υγρασίας του ξύλου (δηλαδή σταθερότητα σε σχήμα και όγκο).

synPin

Τιμές σχετικής ατμοσφαιρικής υγρασίας κάτω του 10% συνήθως δεν παρατηρούνται στη χώρα μας και θερμοκρασίες πάνω από 50οC. Στο εξωτερικό ως γνωστόν υπάρχει διαφορετικό κλίμα.

 

 

 

                 Η επίδραση της υγρασίας στα διάφορα τμήματα  του οργάνου.

   Kάποιες φορές  το μπουζούκι συμβαίνει να «σκληραίνει» ή να «τρίζει» ή να μεταβάλλει την ηχητική του απόδοση χωρίς κάποια δική μας επέμβαση. Οι περισσότερες αλλοιώσεις που οφείλονται σε  μεταβολές της υγρασίας , είναι «αυτοθεραπευόμενες », εφόσον το όργανο επανέρχεται στην αρχική του θέση λίγο μετά αφότου η σχετική υγρασία βρεθεί στο συνηθισμένο της επίπεδο και τα ξύλα βρεθούν και πάλι στη συνηθισμένη του υγρασία ισορροπίας. Όσο όμως προσωρινή και αν είναι η βλάβη της υγρασίας δεν παύει να μας ταλαιπωρεί και να μας κάνει να χάνουμε την εμπιστοσύνη στην αξιοπιστία του οργάνου μας.. Σήμερα η σύγχρονη «επιστήμη των υλικών» έδωσε απόλυτα αξιόπιστες και λειτουργικές λύσεις στα περισσότερα απ’ τα προβλήματα.


                                   Mάνικο. Σκέβρωμα και Αντισκέβρωμα

  Ο έβενος καθώς και τα υπόλοιπα λιγότερο συνηθισμένα ξύλα που χρησιμοποιούνται στην ταστιέρα αλλά και στις κόντρες των μάνικων (π.χ. βένκεν, παλίσσανδρος κ.ά.) είναι πολύ σκληρά, δηλαδή νευρώδη ξύλα. Τα νευρώδη ξύλα είναι δύο φορές πιο ευεπίφορα μεταβολών από την υγρασία κι’ αυτό γιατί έχοντας ελάχιστα μικρές μεσοκυττάριες αποστάσεις, η υγρασία που δεσμεύουν ευκολότερα φαίνεται στον όγκο τους και παραμορφώνει το σχήμα τους. Έτσι εξηγείται και το οτι σε κάποια όργανα -συνήθως κιθάρες ή τετράχορδα μπουζούκια- μετά από κάποιο διάστημα τα τάστα εξέχουν των πλαγίων ορίων της ταστιέρας, ενώ ο κατασκευαστής  είχε επιμεληθεί τις άκρες τάστων. Αυτό οφείλεται σε συρίκνωση κατά πλάτος που είναι ευθέως ανάλογη του πλάτους της ταστιέρας γι’ αυτό και γίνεται περισσότερο αισθητό σε έγχορδα σαν αυτά που αναφέραμε επειδή έχουν φαρδιές ταστιέρες..

 Στο μπουζούκι σαν ευθύγραμμη, ορίζουμε μία ταστιέρα, που όταν το όργανο είναι κουρδισμένο και πιέσουμε την χορδή Λα ταυτόχρονα στο πρώτο και στο τελευταίο τάστο, η χορδή στο μέσο της απόστασης δεν πρέπει να εφάπτεται με τα τάστα αλλά να αφήνει κενό,τόσο όσο το πάχος μιας χορδής Λα μπουζουκιού.

 Το μπουζούκι όπως και τα περισσότερα έγχορδα δέχεται τις μεγαλύτερες καταπονήσεις στο μόρσο (το σημείο που ενώνεται το μάνικο με το σκάφος) , εκεί παρουσιάζονται τα περισσότερα προβλήματα. Η  τάση των χορδών στο μπουζούκι είναι μεγαλύτερη από της κιθάρας και από τα περισσότερα έγχορδα  στο μόνιμα κουρδισμένο όργανο έχει ως συνέπεια την ταλαιπωρία του γιατί ένα μάνικο σωστά κατασκευασμένο, ή ένα μάνικο με κόντρες και ταστιέρα από έβενο, υπάρχει περίπτωση να παραμείνει ευθύγραμμο. Όμως το σκάφος ταλαιπωρείται στο σημείο του μόρσου, με  αποτέλεσμα να χάνει την ευθύτητά  του στο σημείο αυτό. Έτσι σταδιακά μεγαλώνει  την απόσταση των χορδών από το τάστο. Η λύση το χαμήλωμα καβαλάρη. Αλλά κάθε φορά που χαμηλώνουμε τον καβαλάρη το όργανο χάνει την αξιοπιστία του και ο ήχος γίνεται πιο αδύναμος (μιας και η πίεση στο καπάκι γίνεται ασθενέστερη από την επιθυμητή).

9 a

 Όταν η υγρασία επιδρά στο μάνικο, είναι αυτό που αποκαλούμε σκέβρωμα ή αντισκέβρωμα. Φυσικά αυτές οι αλλοιώσεις μπορεί να οφείλονται και σε ένα πλήθος από άλλους παράγοντες εκτός της εργασίας. Η ειδοποιός διαφορά όμως της βλάβης εξαιτίας διακύμανσης υγρασίας είναι η προσωρινότητά της. Σκεβρωμένο καλούμε το όργανο του οποίου η ταστιέρα δεν είναι πλέον επίπεδη αλλά κυρτή, κατά τρόπο ώστε το μάνικο στα πρώτα ή και στα τελευταία τάστα να είναι ανασηκωμένο. Κάτι τέτοιο μπορεί ένα τεχνικό μάτι να το παρατηρήσει εάν κοιτάξει πολύ προσεχτικά την ταστιέρα κατά τρόπο προοπτικό, έτσι όπως θα σημάδευε με την κάνη ενός όπλου. Στην περίπτωση που διαπιστώσει καμπύλωση της επιφάνειας τότε κρατάει ένα όργανο σκεβρωμένο δηλ ,το μπράτσο είναι μπροστά ή είναι πίσω. Στην πρώτη περίπτωση συμβαίνει αυτό που αποκαλούμε κλασσικό σκέβρωμα ενώ στη δεύτερη αντισκέβρωμα. Και στις δύο αυτές αποκλίσεις ο αίτιος πολλές φορές είναι η μεταβολή της σχετικής υγρασίας και θερμοκρασίας που επιβάλλουν στο ξύλο να αναζητήσει νέα θέση για την καινούργια τιμή στην υγρασία ισορροπίας του.

 Στην πρώτη περίπτωση (κλασικό σκέβρωμα) η ταστιέρα έχει αποβάλει υγρασία από τα κυτταρικά της τοιχώματα (χαμηλότερη υγρασία ινοκόρου), έχει εμφανίσει συρρίκνωση μεγαλύτερη από εκείνη του υπόλοιπου μάνικου κι έχει κοντύνει ελάχιστα. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να παρασύρει το μάνικο σε παραμόρφωση που μοιάζει σαν οι χορδές να έχουν νικήσει την αντίσταση των ξύλων και το καμπυλώνουν όπως το τόξο η χορδή του. Μια τέτοια παραμόρφωση απομακρύνει τις χορδές από τα τάστα. Κάνει το όργανο όχι μόνο δύσχρηστο, «σκληρό», αλλά επιδρά και στον ήχο του με δυσάρεστα μπασομεσαίες αποχρώσεις.
  Στην άλλη περίπτωση στο αντισκέβρωμα (το προς τα πίσω) το ξύλο της ταστιέρας έχει βρεθεί σε υγρασία ισορροπίας που έχει τιμή μεγαλύτερη από εκείνη που είχε όταν κολλήθηκε, με αποτέλεσμα η νέα υγρασία ινοκόρου να την έχει επιμηκύνει. Στο αντισκέβρωμα,  η ταστιέρα διογκούμενη παρασέρνει ολόκληρο το μάνικο σε αντίθετη κύρτωση, πολλές φορές σε τέτοιο βαθμό που τα πρώτα τάστα (κοντά στο ζυγό) τρίζουν ή δεν παίζουν και καθόλου, εφόσον οι χορδές έχουν πλησιάσει τόσο κοντά στα τάστα, που εμποδίζεται η ελεύθερη ταλάντωσή τους (το πρόβλημα του ‘τασταρίσματος’ ).Μια άλλη παραμόρφωση που παρουσιάζεται ευτυχώς αρκετά σπάνια και ίσως συμβεί εξαιτίας παρουσίας ή έλλειψης υγρασίας στην ταστιέρα είναι η στρέβλωση. Αυτή είναι μια σύνθετη παραμόρφωση, όπου το επίπεδο της ταστιέρας μοιάζει να παρουσιάζει σε διαφορετικές περιοχές και τις δύο περιγραφείσες αλλοιώσεις ή ακόμη και στρέψη που προσομοιάζει με το σχήμα του έλικα προπέλας.

                               Καπάκι, Ράγισμα από απότομη αφύγρανση

 Στο καπάκι ευτυχώς τα πράγματα είναι εύκολα αναγνωρίσιμα. Όταν αυξάνεται η υγρασία ινοκόρου του και το διογκώνει (κυρίως κατά την έννοια του πλάτους όπως αναφέραμε). Εκείνο κολλημένο καθώς είναι σε περίπου σταθερά σημεία, «αισθάνεται» σφηνωμένο. Έτσι περιορίζονται κάποιες περιοχές του ήχου. Η λέξη «πάνιση» περιγράφει την υγρασία η οποία εισπράττεται σαν περιορισμός ήχου. Και η τελευταία αλλά και οι προηγούμενες αλλοιώσεις για το μπράτσο που περιγράψαμε, στο βαθμό που οφείλονται στην υγρασιακή διακύμανση διορθώνονται από μόνες τους, χωρίς κατά κανόνα να αφήνουν ίχνη. Ωστόσο η βαρύτερη βλάβη απ’ όσες αναφέραμε και συνδέεται με την υγρασία είναι το ράισμα στο καπάκι, εξαιτίας απότομης -συνήθως- αφύγρανσής του. Η βλάβη αυτή εμφανίζεται συνηθέστερα το καλοκαίρι, όπου είτε οι θερμοκρασίες είναι ιδιαίτερα ψηλές είτε η χρήση των κλιματιστικών ρίχνει τη σχετική υγρασία, αλλά και το χειμώνα όταν από ένα κρύο και υγρό περιβάλλον το όργανο βιαίως πρέπει να προσαρμοστεί σε κάποιο θερμαινόμενο κλειστό χώρο (π.χ. σε χώρο με τζάκι, όπου κοντά του η υγρασία είναι κοντά στο 0%). Το ράγισμα στο καπάκι διορθώνεται από τον οργανοποιό, ωστόσο ενδέχεται ν αφήσει το ίχνος του τόσο αισθητικά όσο και κάποια μικρή ή μεγάλη αλλοίωση του αρχικού ήχου. Αυτό εξαρτάται από το μήκος του και τη θέση του. Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε εύκολα ότι το πιο επικίνδυνο πράγμα από το ζήτημα της υγρασίας είναι όχι τόσο οι υπερβολικά μεγάλες τιμές αλλά οι υπερβολικά χαμηλές, δηλαδή η ξηρότητα. Σε αυτήν οφείλεται η μοναδική μη ανατάξιμη βλάβη (το ράγισμα) που μπορεί να εμφανιστεί εκτός απ’ το καπάκι των εγχόρδων και στην πλάτη μιας κιθάρας που το ξύλο της είναι μασίφ.

                                        Συντήρηση μουσικού οργάνου

   Ο μεγαλύτερος εχθρός ενός οργάνου είναι οι υψηλές θερμοκρασίες γι αυτό προσπαθούμε να το έχουμε στην καταλληλότερη θερμοκρασία 15 - 25 βαθμούς Κελσίου και να μην εκτίθεται σε ακραίες τιμές υγρασίας ή θερμοκρασίας. Τα καλά όργανα είναι πιο ευαίσθητα από τα προχείρως και μαζικά φτιαγμένα που ίσως έχουν μεγαλύτερη μάζα ξύλου στα διάφορα μέρη τους  Όταν όμως η θερμοκρασία ξεπερνά τους 30-35- 40 βαθμούς και το όργανο μένει αχρησιμοποίητο για καιρό ή κλειστεί σε αυτοκίνητο τότε θα πρέπει να το ξεκουρδίσουμε, να το κατεβάσουμε 2- 3 τόνους κάτω.

   Είναι καλό να αποφεύγετε την άμεση έκθεση του οργάνου σε κλιματιστικά, τζάκια, καλοριφέρ, και στις ηλιακές ακτίνες (ιδίως το καλοκαίρι).

   Οι χορδές είναι καλό να αλλάζονται συχνά, στη χειρότερη κάθε μήνα γιατί όταν μείνουν καιρό χάνουν τον ήχο τους, γίνονται πιο μουντές με αποτέλεσμα να θέλουν συχνότερο χόρδισμα και να ταλαιπωρούν το όργανο. Ανά διαστήματα, όταν αλλάζουμε  χορδές, προτείνεται μ ένα γυαλιστικό το τρίψημο της ταστιέρας ωστε να καθαρίσουν τα διαστήματα και να γυαλίσουν τα τάστα. Στη συνέχεια  πέρασμα με παραφινέλαιο ώστε να μαυρίσει και πάλι η ταστιέρα, σκουπίζοντας  καλά και ακολουθεί η αλλαγή των χορδών. Επίσης καθαρίζοντας τους καβαλάρηδες εκεί που πατάνε οι χορδές ,ο ήχος βγαίνει πιο καθαρός.  Γενικότερα προτείνεται η αποφυγή καθαρισμού του οργάνου με υγρά, εσωτερικά και εξωτερικά.

   Επίσης είναι ωφέλιμο μετά το παίξιμο να σκουπίζουμε  το όργανο με ένα βελούδινο ύφασμα και να το τοποθετούμε στη θήκη του. 

   Είναι χρήσιμο να ελέγχουμε τη σχετική υγρασία του περιβάλλοντος που βρίσκεται συνήθως το όργανο.  Η μέτρηση της υγρασίας θα μπορούσε να πραγματοποιηεί με κάποιο αξιόπιστου υγρομέτρου (ψηφιακό).   Πολλά κλασικά όργανα φυλάσσονται σε θήκες απόλυτα αεροστεγείς με ενσωματωμένο υγρόμετρο. Η καταλληλότερη σχετική υγρασία είναι επιπέδων από 47% έως 57%.

Ο καταλληλότερος ,και πιο αρμόδιος ,για τη διάγνωση τυχόν προβλημάτων και τη διόρθωση τους, είναι ο οργανοποιός που το κατασκεύασε , γνωρίζοντας πλήθος πληροφοριών για το όργανο.

 

Αναδημοσιεύσεις πηγές βιβλιογραφία 

 

 

   Βιβλιογραφία:

         Guitars repairs

        Manual of Guitar technology,  του Fraz Jahnel 

        Το ξύλο, του δασολόγου Κώστα Σιμόπουλου

Συμβουλές του Καναδού οργανοποιού La – Rivee

Περιοδικό, κλίκα