Χορδόφωνα

Στα χορδόφωνα ο ήχος παράγεται από τις παλμικές κινήσεις μιας ή περισσότερων χορδών. που είναι τεντωμένες πάνω σ ένα ηχείο.
Οι ταλαντώσεις των χορδών ,μεταδίδονται στο ηχείο, το οποίο πάλλεται και αυτό, δυναμώνει και εμπλουτίζει τον παραγόμενο ήχο.

Α Τρόπος παραγωγής του ήχου

 Τα έγχορδα διακρίνονται, από τον τρόπο που προκαλείται η παλμική κίνηση των χορδών τους, σε τρεις κατηγορίες:

1 Έγχορδα με τ ό ξ ο. Η παλμική κίνηση των χορδών τους προκαλείται με την τριβή τους από το δοξάρι, όπως παράδειγμα στο βιολί.

2  Ν υ κ τ ά ή νυσσόμενα έγχορδα .Σ αυτά οι χορδές νύσσονται , δηλαδή τσιμπιούνται απ ευθείας με τα δάκτυλα του εκτελεστή όπως
   στην άρπα ή με ένα ‘ πλήκτρο’(πένα)  όπως στο μαντολίνο .

3 Κ ρ ο υ ό μ ε ν α έγχορδα. Οι χορδές κρούονται με ειδικές μπαγκέτες όπως στο σαντούρι ή με σφυράκια όπως στο πιάνο .

Β Τρόπος διαφοροποίησης του ύψους των φθόγγων

 

Στα έγχορδα η οξύτητα του φθόγγου που παράγεται εξαρτάται από :

-   το μήκος της χορδής το οποίο αυξομειώνεται με την πίεση που ασκεί ο εκτελεστής με τα δάκτυλα του σε διάφορα σημεία της.

-  το πάχος της χορδής το οποίο αυξομειώνεται με το σφίξιμο ή χαλάρωμα της (χόρδισμα)   Όσο πιο μακριά και πιο παχιά είναι μια χορδή τόσο  
   πιο  αργά πάλλεται και τόσο πιο βαθύς είναι ο παραγόμενος ήχος. Στην αντίθετη περίπτωση συμβαίνει το αντίστροφο.

Γ Τρόπος προσαρμογής των χορδών στο σώμα του οργάνου ή στο ηχείο

 Τα έγχορδα κατατάσσονται σε πέντε μεγάλες κατηγορίες, ανάλογα με τη θέση, τη διάταξη και τον τρόπο με τον οποίο στερεώνονται οι χορδές επάνω στο σώμα ή στο ηχείο του οργάνου. Αυτές είναι τα μουσικά τόξα, οι λύρες, οι άρπες, τα λαούτα και τα τσίτερ (zithers)

Όπως απεικονίζονται στην φωτογραφία

α . Μουσικό τόξο: μια ή περισσότερες χορδές τεντωμένες σε λυγισμένο τόξο.

β. Οικογένεια της λύρας :χορδές που ξεκινούν από τη βάση του ηχείου και καταλήγουν σ ένα παράλληλο ξύλινο στοιχείο που στηρίζεται σε βραχίονες.

γ. Οικογένειες της άρπας: χορδές διαφορετικού μήκους τεντωμένες διαγώνια, από το ηχείο στο βραχίονα.

δ. Οικογένεια του λαούτου: χορδές που ξεκινούν από τη βάση του ηχείου και, αφού περάσουν πάνω από τον καβαλάρη, καταλήγουν στο πάνω άκρο του βραχίονα.

ε. Οικογένεια του τσιτέρ: χορδές που είναι τεντωμένες παράλληλα στο ηχείο και ανασηκώνονται από δύο καβαλάρηδες.

 Το παλαιότερο και απλούστερο έγχορδο είναι το μουσικό τόξο, που πιθανότατα προήλθε από το τόξο του κυνηγού. Χρησιμοποιείται εδώ και χιλιάδες χρόνια σε διάφορα μέρη της γης και είναι ακόμη διαδεδομένο σε ορισμένες περιοχές της Αμερικής και της Αφρικής. Οι λύρες και οι άρπες εμφανίστηκαν πριν από 5000 χρόνια σε διάφορους λαούς της ανατολικής Μεσογείου (Αιγύπτιους, Σουμέριους, Εβραίους κλπ) Στον Ελλαδικό χώρο η άρπα ήταν ήδη γνωστή από την εποχή του χαλκού, όπως αποδυκνείεται από τα κυκλαδίτικα ευρήματα της τρίτης 3ης χιλιετίας π.Χ. Η λύρα ,γνωστή από την απώτερη αρχαιότητα υπήρξε το κατ εξοχήν όργανο των Αρχαίων Ελλήνων. Ο ήχος της ,περιορισμένης έντασης και λιτός, συνδέονταν με το απλό αυστηρό πνεύμα του Απόλλωνα. Τα όργανα της οικογένειας του λαούτου ,με ηλικία περίπου 4000 ετών, θεωρούνταν οι παλαιότεροι πρόγονοι του βιολιού και της κιθάρας. Τα ν υ κ τ ά λαούτα είναι τα παλαιότερα, ενώ τα λαούτα  με τόξο χρονολογούνται από το 10ο αιώνα μ.Χ. (Σύμφωνα πάντα με το σύστημα ταξινόμησης των Hornbostel και Sachs, τα όργανα της κατηγορίας του λαούτου χωρίζονται σε  ν υ σ σ ό μ ε ν α λαούτα και λαούτα μ ε
  τ ό ξ ο.

  

Στη φωτογραφία εξ αριστερών βλέπουμε παραδείγματα νυσσόμενων λαούτων:

α . Ούτι(Ανατ. Μεσόγειος) Β. Μπουζούκι (Ανατ. Μεσογειος)

Γ. Σιτάρ (Ινδία) δ. Yueh-ch’in (Κίνα) ε) Σαμισέν (Ιαπωνία)

Στη φωτογραφία εκ δεξιών έχουμε παραδείγματα λαούτων με τόξο:

α. Βιολί β. Λύρα (Κρήτη) γ. Κεμεντζές (Πόντος) δ. Rabab (Συρία)

Στις φωτογραφίες διακρίνουμε τα έγχορδα των αρχαίων Ελλήνων :

α. φόρμιγξ  β. κιθάρα γ. βάρβιτος   δ1 .δ2. λύρα

ε. κιθάρα με πλήκτρο στ. άρπα

 

Στην οικογένεια του λαούτου, σύμφωνα με την εθνομουσικολογία ανήκει κάθε χορδόφωνο που έχει ηχείο, χέρι, χορδές, τεντωμένες παράλληλα προς το καπάκι του ηχείου και το χέρι, που παίζονται είτε με τα δάχτυλα είτε με πλήκτρο (πένα),ένα πλήθος δηλαδή όργανα με σημαντικές μεταξύ τους μορφολογικές διαφορές, όπως ο ταμπουράς, το λαούτο, το ούτι, το μπουζούκι ο τζουράς και ο μπαγλαμάς.

Μακριά λαγούτα με μικρό ηχείο και μακρύ χέρι, είναι τα αρχαιότερα της οικογένειας του λαούτου(3η χιλιετία π.Χ. Μεσοποταμία)Σ αυτόν τον τύπο ανήκει και το αρχαιότερο τρίχορδο η πανδούρα .

Κοντά λαγούτα με μικρό ηχείο και κοντό χέρι, που συνεχίζει το ηχείο ανιχνεύονται ήδη στον 8ο π.Χ. αιώνα, στην ελαμιτική τέχνη. Σ αυτόν τον τύπο ανήκουν και τα λαγούτα με μεγάλο αχλαδόσχημο ηχείο και κοντό χέρι, όπως είναι το αραβικό λαγούτο (που έρχεται στην Ευρώπη μετά την κατάκτηση της Ισπανίας από τους Άραβες τον 8ο αιώνα) και το ούτι που συναντάμε και στην Ελλάδα.

Η ονομασία ταμπουράς χρησιμοποιείται  από πολύ παλιά για μια σειρά νυκτών οργάνων της οικογένειας του λαούτου, ανεξαρτήτως διαστάσεων, χορδών, κουρδίσματος.

Τα όργανα αυτά έχουν κοινά μορφολογικά χαρακτηριστικά:

Μικρό και συνήθως αχλαδόσχημο ηχείο, μακρύ, λεπτό και ίσιο ως το τέλος χέρι ,με κινητούς ή μόνιμους μπερντέδες και κλειδιά, σε σχήμα Τ, χορδές που ακουμπούν σε κινητό καβαλάρη και δένονται σ ένα η περισσότερα κουμπιά, στερεωμένα στο ηχείο. Παίζονται με πλήκτρο ή πένα, και πιο παλιά με τα δάχτυλα. Σε ορισμένους ταμπουράδες το χέρι, σπάει προς τα πίσω ,όπως στο λαούτο.

Κατασκευή

Το ηχείο τους είναι σκαφτό, είτε με ντούγες, διατηρεί την αχλαδόσχημη μορφή του αλλά παρουσιάζει μεγάλη μορφολογική ποικιλία. Συναντάμε ηχεία στενόμακρα, κοντά, φαρδιά, ηχεία με μικρό βάθος ή μεγάλο, ημισφαιροειδή σκάφη.

Παλαιότερα χρησιμοποιούσαν για ηχείο το καύκαλο της χελώνας ή το μισό μιας ξεραμένης κολοκύθας, άλλα αντικείμενα όπως πχ το παγούρι φτιάχνοντας πρόχειρους μπαγλαμάδες  στο στρατό και στις φυλακές, και ως καπάκι ,κατεργασμένο δέρμα αντί ξύλου.H διαδικασία κατασκευής του είναι όμοια με του λαούτου.

 ~    Ο ταμπουράς ~

O ταμπουράς  ,είναι λαουτοειδές όργανο, με ημισφαιρικό ηχείο, μακρύ χέρι και δυο διπλές χορδές ή με τρεις ή και τέσσερις διπλές χορδές χορδισμένες κατά πέμπτες. Λόγω των κινητών μπερντέδων και του μακριού χεριού , δίνει όλη την ποικιλία των μουσικών διαστημάτων της βυζαντινής και δημοτικής μουσικής, δίεση, λείμμα, ελάχιστο τόνο, ελάσσονα τόνο και μείζονα τόνο. Στα χέρια οργανοπαικτών που διατηρούσαν την παράδοση, οι μικρότεροι ταμπουράδες  χρησιμοποιήθηκαν πολύ έως το Β παγκόσμιο πόλεμο, δίνοντας τα βασικά διαστήματα της βυζαντινής και δημοτικής μουσικής.

Σήμερα από την ποικιλία των ταμπουράδων παίζονται το μπουζούκι και ο μπαγλαμάς. Τα άλλα είδη των ταμπουράδων που δεν παίζονται πια σήμερα είναι :το γιογκάρι με τρεις χορδές, το μπουλγκάρι με ποικίλο αριθμό χορδών ,το κίτελι με δυο χορδές χορδισμένες σε διάστημα πέμπτης, το καβόντο με επίπεδη σκάφη και τρείς διπλές χορδές μήκους 95 εκ. το τζιβούρι με δυο διπλές χορδές και μια μονή χορδισμένες σε διάστημα πέμπτης και οκτάβας και το καραντουζένι ένα είδος μεγάλου μπαγλαμά.

Όργανα του τύπου ταμπουρά ανιχνεύονται στον ελλαδικό χώρο ήδη από τους αρχαιοελληνικούς χρόνους, με την ονομασία πανδούρα ή τρίχορδον. Απο τα αρχαιοελληνικά ευρήματα αναφέρουμε ενδεικτικά το ανάγλυφο της Μαντινείας του 4ου αιώνα , τις τερρακότες με παραστάσεις οργάνων του ίδιου τύπου, και την παράσταση σε μωσαικό μιας πανδούρας  που παίζεται με πένα, στο Παλάτι των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Έκτοτε η πορεία του ταμπουρά και των παραλλαγών του, στους βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους  έως σήμερα μαρτυρείται από φιλολογικές και εικονογραφικές πηγές – η σημερινή ονομασία του ,προέρχεται από το αρχαιοελληνικό πανδούρα: φανδούρα, θαμπουρίν, ταμπουρίν, ταμπουράν, ταμπουράς.

Tρόπος παιξίματος

Ο Ταμπουράς είναι ένα όργανο με λεπτό και σχετικά αδύναμο ήχο, κατάλληλο για συνοδεία τραγουδιών ή χορών σε κλειστό χώρο. Στον ταμπουρά συνήθως η μελωδία παίζονταν στην πρώτη ,ψηλότερη χορδή το καντίνι , ενώ ταυτόχρονα τη συνόδευαν οι άλλες ανοιχτές, ένα είδος ίσου τονικής ή πέμπτης ή τονικής και πέμπτης μαζί. Με το πέρασμα του χρόνου η συνοδεία αυτή εξελίσσεται σε συνηχήσεις, που τελικά παίρνουν τη μορφή της αρμονικής συνοδείας με βάση τη συγκερασμένη κλίμακα και αρμονία της δυτικής μουσικής.

~   Λαούτο ~

Η σημερινή του ονομασία στις περισσότερες Ευρωπαϊκές γλώσσες (γαλλ. Luth  αγγλ. lute   ιταλ.  Liuto  γερμ.  Laute ) προέρχεται από την αράβικη ονομασία  ‘al ud’ που σήμαινε ξύλο ή κατά τον Sacks ευλύγιστο ραβδί .Κατά τη διάρκεια του 16 αιώνα, όταν ήταν στο υψηλότερο σημείο της ακμής του είχε έντεκα χορδές, πέντε διπλές και η μία μονή για να παίζει μελωδία και ήταν χορδισμένες :σολ (2χ) ντο(2χ) φα(2χ)λα(2χ) ρε(2χ)σολ (2χ) ή έναν τόνο ψηλότερα. Η μουσική για λαούτο γραφόταν σ ένα ειδικό σύστημα μουσικής σημειογραφίας, την ταμπουλατούρα, στην οποία δε σημειώνονταν, η οξύτητα των φθόγγων στο πεντάγραμμο αλλά η θέση των δακτύλων πάνω στις χορδές. Οι έξη οριζόντιες γραμμές της ταμπουλατούρας αντιστοιχούσαν στις έξη χορδές μονές ή διπλές χορδές του λαούτου (Luis de Milan’el maestro 1536. παράδειγμα για ισπανική βιουέλα)

Από το 1600 και μετά(εποχή Μπαρόκ)όταν άρχισε να χρησιμοποιείται σαν συνοδευτικό όργανο (basso continuo) κατασκευαζόταν με περισσότερες μπάσες χορδές. Διάφοροι μεγάλοι τύποι λαούτων της εποχής με πολύ μακρύ βραχίονα και επιπλέον μπάσες είναι γνωστοί με την ονομασία ’αρχιλαούτα’. Σ αυτά περιλαμβάνονται η θεόρβη (theorbe) το κιταρόνε (chitarrone) κ.α. Χαρακτηριστικό τους είναι ότι οι μπάσες χορδές είναι τεντωμένες στο πλάι του βραχίονα, και ότι η θέση των κλειδιών είναι σε διαφορετικό σημείο από των υπολοίπων χορδών.

Όργανα της οικογένειας του λαούτου ήταν γνωστά στη Μεσοποταμία και την Αίγυπτο από τη 2η χιλιετία. Το λαούτο έφτασε στην Ευρώπη (Ισπανία)από την Ασία με τους Άραβες, την εποχή του Μεσαίωνα.

Τα πρώτα Ευρωπαικά λαούτα (13αιώνας) παίζονταν με πλήκτρο και είχαν τέσσερις χορδές, στην αρχή μονές  που απ τα μέσα του 14ου αιώνα έγιναν διπλές. Κατά το 16ο αιώνα που θεωρείτε ο χρυσούς αιών του λαούτου, γράφτηκαν πάρα πολλά έργα για το όργανο αυτό, κυρίως χοροί, ριτσερκάρι, φαντασίες, παραλλαγές κ.α. Πολύ δημοφιλή ήταν τα τραγούδια με συνοδεία λαούτου γνωστά στην Αγγλία ως ayre.Απο το 17ο αιώνα και μετά έχασε σταδιακά τη δημοτικότητά του. Στη συνοδεία των τραγουδιών το αντικατέστησε η κιθάρα, ενώ για την εκτέλεση basso continuo προτιμήθηκε το βιολοντσέλο με το τσέμπαλο. Μέχρι το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα το λαούτο είχε τελείως ξεχαστεί. Ωστόσο ένας από τους απογόνους του, σε μικρότερο μέγεθος ,το μαντολίνο επέζησε, διαδώθηκε κατά τα τέλη του 18ου αιώνα σ όλη την Ευρώπη.

Άλλοι τύποι λαικών λαούτων είναι το charrango από τη Λατινική Αμερική, το σαμισέν από την Ιαπωνία, το σαξιάν από την Κίνα.

To ‘λαγούτο’ είναι γνωστό πανελλήνια ως  λαούτο, λαβούτο ή λαγούτο.

Σ’ ορισμένες περιοχές λέγεται και τσαμπουράς , παλαιότερα τυφλοσούρτης, γιατί  κρατώντας το ρυθμό συνέβαλε στο να παίζει σωστά το μελωδικό όργανο.

Στην Ελλάδα έχει μεγάλο αχλαδόσχημο κυρτό ηχείο και μακρύ χέρι με μπερντέδες, έχει κλειδιά στο πλάι, τέσσερις διπλές χορδές στερεωμένες στον καβαλάρη, πάνω στο καπάκι, και παίζεται με πένα.

Χορδίζεται κατά πέμπτες :ντο, σολ, ρε, λα . Από τα τέσσερα ζεύγη των χορδών ,το πρώτο χορδίζεται ουνίσονο, και τα άλλα σε διάστημα οκτάβας. Συχνά ωστόσο συναντάμε λαούτα με το τρίτο ζεύγος χωρισμένο επίσης ουνίσονο. Η μελωδική του έκταση δυο οκτάβες και μια έκτη.

Είναι όργανο κυρίως συνοδευτικό. Διακρίνουμε διάφορα ρυθμικά σχήματα, τις μελωδίες περιοδικού τύπου τις συνοδεύει ανάλογα με το ρυθμό του χορού ή του τραγουδιού και τις μελωδίες ελεύθερου ρυθμικού τύπου ,όπως τα τραγούδια της τάβλας(τραπεζιού)άλλοτε κρατώντας ίσο(με φθόγγους επαναλαμβανόμενους αργά ή τρέμολο) άλλοτε με απλές συγχορδίες. Παίζει επίσης σόλο ορισμένες φράσεις παρμένες απ τη μελωδία στο ‘γύρισμα ‘ του τραγουδιού.

Οι κλίμακες στις οποίες έπαιζε παλαιότερα το μελωδικό όργανο(βιολί, λύρα, κλαρίνο)ήταν συνήθως ρε, ή σολ, ή ντο. Η αρμονική συνοδεία έπαιρνε έτσι μορφή απλού ισοκράτη τονικής, άλλοτε διπλού ισοκράτη τονικής και δεσπόζουσας ή υποδεσπόζουσας και άλλες φορές πολλαπλού ίσου. Οι συνηχήσεις αυτές με τα διαστήματα της οκτάβας και της πέμπτης ή της τέταρτης καθαρής ήταν σύμφωνες με τον τροπικό (modal)χαρακτήρα του μονόφωνου δημοτικού μέλους’ διαφύλατταν  την παραδοσιακή τροπική δομή του. Στον παλιό αυτό τρόπο αρμονικής συνοδείας αναγνωρίζεται το ίσο της βυζαντινής μουσικής, που έχει πολλά κοινά με το δημοτικό μέλος στα διαστήματα και στις κλίμακες.

Έως σήμερα η συνεργασία του λαούτου με τα διάφορα μελωδικά όργανα (βιολί, σαντούρι, κλαρίνο, λύρα) έχει πάρει τις παρακάτω μορφές. Η λεγόμενη ζυγιά : βιολί και λαούτο ή αχλαδόσχημη λύρα, λαούτο και η κομπανία :(το κατ εξοχήν συγκρότημα της ηπειρωτικής Ελλάδας) κλαρίνο, βιολί, λαούτο, σαντούρι κι έναν τραγουδιστή.

Κατασκευή

 

Στα τέλη του 19 αιώνα το λαούτο κατασκευαζόταν σε τρία μεγέθη(μπόγια). Σήμερα έχει επικρατήσει το μεσαίο μέγεθος.Το λαούτο, αν και ακολουθεί στην κατασκευή του ό,τι αιώνες τώρα έχει καταξιώσει η παράδοση σ αυτών τον τομέα, από εργαστήρι σε εργαστήρι, αλλά και στον ίδιο κατασκευαστή από το ένα στο άλλο όργανο που φτιάχνει, παρουσιάζει ένα πλήθος μικροδιαφορών στις διαστάσεις και στον τρόπο κατασκευής.

Απόδειξη ζωντανή της ερευνητικότητας και του προβληματισμού των κατασκευαστών για ωραιότερο ήχο, για να αντέχει στις καιρικές συνθήκες και να μη σκεβρώνει, οι διαφορές που όχι μόνο αντιστρατεύονται την παράδοση αλλά αντίθετα  την κρατούν  ζωντανή.

Τα ξύλα που χρησιμοποιούν στην κατασκευή του, τα αφήνουν πρώτα να ξεραθούν καλά, δυο και τρία χρόνια. Οι παλιοί καλοί μάστορες προτιμούν τη φυσική αποξήρανση που αφήνει κάποια υγρασία στο ξύλο κι αυτό, το κρατάει ζωντανό. Ξερά ξύλα χρησιμοποιούν στην νησιώτικη λύρα, που είναι σκαφτή, στον σκαφτό ταμπουρά κ.α.

Η κατασκευή του ακολουθεί την εξής σειρά :σκάφη , χέρι, καπάκι. Για την κατασκευή του χρησιμοποιούνται σκληρά ξύλα για τη σκάφη : έβενος ,παλίσανδρος, σφενδάμι, μαόνι, καρυδιά, φλαμούρι ή άλλο μαλακό ξύλο για το σκελετό του χεριού, και για το καπάκι λευκή ξυλεία, συνήθως πεύκο.

Η κατασκευή της σκάφης γίνεται με τη βοήθεια ενός ξύλινου καλουπιού. Στο επάνω μέρος του καλουπιού βιδώνεται προσωρινά ένας τριγωνικός ντάκος από φλαμούρι ή μαλακό ξύλο. Πάνω σ αυτόν (που αργότερα θα ανοίξουν ένα αυλάκι για να στερεώνει το χέρι) στερεώνονται οι ντούγες.

Στη μέση του ντάκου προσαρμόζουν την ντουγαμάνα και μετά τις υπόλοιπες ντούγες , μια δεξιά, μια αριστερά, κολλώντας τις και μεταξύ τους. Για να κυρτώσουν, τις σιδερώνουν μ ένα ειδικό σίδερο. Παλαιότερα μια σκάφη είχε εως 27 ή και 33.Σήμερα έχει ως συνήθως 23.Την κατασκευή της σκάφης συμπληρώνουν τα  λεγόμενα πλαινά και στο κάτω μέρος της σκάφης εκεί που σμίγουν οι ντούγες την κολλάντζα. Τα πλαινά και η κολλάντζα βοηθούν να έχουν καλύτερη  συγκράτηση οι ντούγες. Όταν κολλήσουν καλά οι ντούγες, αφαιρούν το καλούπι .

Το χέρι ,από φλαμούρι ή πιπεριά ,θηλυκώνει μέσα στο αυλάκι, στον ντάκο ώστε να εφαρμόσει τέλεια και να κολήσει στέρεα  .

Το καπάκι, ίσιο ή κυρτό, γίνεται από λευκή ξυλεία, συνήθως πεύκο. Μια λεπτή σανίδα  πεύκου σκίζεται στη εγκάρσια, και τα δύο αυτά φύλλα, δίπλα το ένα στ άλλο, αποτελούν το καπάκι. Για να κολλήσουν, τα προσαρμόζουν σ ένα καλούπι και τα στερεώνουν από μέσα με εφτά καμάρια από λευκή ξυλεία.

Αφού κολληθεί το καπάκι το στολίζουν με φιγούρες, από φίλντισι και πολύτιμα ξύλα.

Κατόπιν κολάνε τον καράβολα θηλυκώνοντας τον στο επάνω μέρος του χεριού και ανοίγουν στα πλαινά από τέσσερις τρύπες όπου μπαίνουν τα οχτώ κλειδιά. Ακολουθεί το λουστράρισμα και η τοποθέτηση χορδών. Πρώτα όμως τοποθετούν τον καβαλάρη στο καπάκι και σημαδεύουν στο χέρι τις ημιτονιαίες αποστάσεις για τους έντεκα μπερντέδες που είναι από πλαστική ύλη ή έντερο ή μεταξωτή κλωστή.

Η απόσταση από το μαξιλάρι ως τον καβαλάρη πρέπει να είναι δυο φορές η  απόσταση ως το πρώτο καλαμάκι συν 2-3 χιλ. αν δηλαδή η απόσταση από τον μαξιλάρι ως το πρώτο καλαμάκι είναι 34 εκ. ως τον καβαλάρη πρέπει να είναι 0.683 (0,34+0,34+0.003=0,683) Τότε δεν φαλτσάρει το όργανο και δεν σκεβρώνει.

Με την μετακίνηση των μπερντέδων, παλαιότερα  ο λαουτιέρης

Είχε στη διάθεση του τα παραδοσιακά διαστήματα της βυζαντινής και ανατολικής μουσικής, τις μαλακές κλίμακες με ελάσσονα τόνο (μικρότερο του δυτικού 9:10) ελάχιστο τόνο (μεγαλύτερο του δυτικού ημιτονίου 15:16) την εναρμόνια  δίεση, το λείμμα κτλ διαστήματα που όλο και σπανιότερα ακούμε σήμερα στο δημοτικό τραγούδι και στο παίξιμο των οργάνων της οικογένειας του λαούτου.

    ~  Το ούτι   ~

Το ούτι ( απ το αραβ. Al oud = ξύλο ) έχει μεγάλο αχλαδόσχημο ηχείο, κοντό και φαρδύ χέρι χωρίς μπερντέδες, κεφαλή που σχηματίζει σχεδόν ορθή γωνία με το χέρι και κλειδιά απ τα πλάγια.

Παίζεται με πλήκτρο(πένα)έχει συνήθως πέντε διπλές εντέρινες χορδές χορδισμένες σε ουνίσονο εκτός από τη βαρύτερη χορδή που χορδίζεται σε διάστημα τόνου απ την επόμενη.

Στην κατασκευή ακολουθεί την ίδια διαδικασία με το λαούτο. Το ούτι αν και το συναντάμε στην Ελλάδα παίζεται σε περιορισμένη κλίμακα.

Ούτι έπαιζαν αποκλειστικά οι Έλληνες της Μικράς Ασίας και της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι και αγνοούσαν το ελληνικό λαούτο με μακρύ χέρι. Μετά την καταστροφή του ‘22 και την ανταλλαγή των πληθυσμών ,το ούτι χρησιμοποιήθηκε και στον ελλαδικό χώρο κάπως περισσότερο.

~   Το μπουζούκι  ~

Οργανολογικά στοιχεία

( Τα μέρη του μπουζουκιού)

 

Το οχτάχορδο μπουζούκι αποτελείται από το ηχητικό κιβώτιο (σκάφος), το χέρι, τις χορδές.

Το ηχητικό κιβώτιο (ηχείο) αποτελείται από το αρμονικό επίπεδο, και την ημισφαιρική ,κυρτή επιφάνεια. Η επίπεδη επιφάνεια, δηλ το καπάκι, είναι  κυρίως κατασκευασμένη από κέδρο ή έλατο (κατά προτίμηση ερυθρελάτη). Το καπάκι είναι που παίζει τον κύριο ρόλο στον ήχο γιατί αυτό πάλλεται και ενισχύει και παρατείνει τους παλμούς των χορδών.

Η κυρτή επιφάνεια (το σκάφος) ως συνήθως φτιάχνεται από έβενο, μπαντούκ, καρυδιά, κελεμπέκι, παλίσανδρο, βραζιλιάνικο παλίσανδρο μουριά, απιδιά, κερασιά, ακακία, φτελιά, καρυδιάς, πλάτανο, καστανιά. Αποτελείται από δούγες (σύνολο μικρών λεπτών μακρόστενων λουρίδων) οι οποίες είναι ενωμένες μεταξύ τους, με ενδιάμεσα σ όλο το μήκος των αρμών τους, πολύ λεπτά φύλλα  λεπτού καπλαμά. Ο αριθμός στις δούγες  διαφέρει από όργανο σε όργανο ,απο 15 μέχρι 60. Η ποιότητα των ξύλων που είναι κατασκευασμένο το σκάφος και το καπάκι παίζουν μεγάλο ρόλο στην ένταση και στην ποιότητα στο οργάνου.

Στην ποιότητα του ήχου παίζει επίσης ρόλο ο λούστρος και η επεξεργασία του λουστραρίσματος. Καλύτερος είναι ο φυσικός λούστρος από γομαμαλάκκα που είναι περασμένος με το χέρι σε πολλά στρώματα, με τον παραδοσιακό τρόπο. Έτσι οι επιφάνειες των ξύλων γίνονται πιο συμπαγείς και πιο ανακλαστικές, πέρα από το καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα. Το μέγεθος και το είδος του ηχείου παίζουν ρόλο στην τονικότητα του οργάνου ενώ το μήκος του μάνικου, και κατ' επέκταση των χορδών, δίνουν τη διαφορά στην τονικότητα του οργάνου.

Τα μπουζούκια διακρίνονται σε πρίμα και μπάσα.

Ο οπλισμός που έχει μέσα το καπάκι, δηλ οι αποστάσεις που έχουν τα καμαράκια μεταξύ τους καθορίζουν δηλ σε τι σημείο θα μπουν αυτά καθορίζουν αν θα είναι μπάσο ή πρίμο. Τα μπουζούκια διακρίνονται σε πρίμα και μπάσα.

 Πάνω στο ηχητικό κιβώτιο βρίσκονται ο μεγάλος καβαλάρης , ο χορδοστάτης που περνούν και στερεώνουν τις χορδές, το στόμιο ,δηλ. η οπή στο αρμονικό επίπεδο, και οι φιγούρες.

Ο μεγάλος καβαλάρης έχει μήκος 10 με 16 εκ. Συνήθως από έβενο κατασκευασμένος, τοποθετημένος κάθετα στις πλευρές του σκάφους μεταξύ χορδοστάτη και στομίου, κρατάει τις χορδές σταθερές μέσω κάθετων χαραγμένων εγκοπών και σε ορισμένο ύψος από το καπάκι, προσδιορίζει το ύψος της οξύτητας των φθόγγων, με την τοποθέτηση των δαχτύλων του αριστερού χεριού στην ταστιέρα, μεταδίδει μέσω του στομίου τις δονήσεις των χορδών στο ηχητικό κιβώτιο.

Για να διασφαλίσουμε την σωστή θέση του καβαλάρη, αφού χορδίσουμε χτυπάμε τις δυο ρε, μετά πατάμε στο 12 διάστημα και ελέγχουμε εάν η νότα ρε ακούγεται μια οκτάβα ψηλότερα. Εάν ναι, τότε ο καβαλάρης είναι στη σωστή θέση ειδάλλως τον μετακινούμε.

Οι φιγούρες γίνονται με πολύ λεπτά φύλα απο σεντέφι, χρωματιστού ξύλου, ελεφαντόδοντου, και  ταρταρούγας.

Το στόμιο διάστασης 8- 10 εκ, χρησιμεύει στην είσοδο των ήχων των χορδών στο ηχητικό κιβώτιο πρός, ανάλογα με τα υλικά κατασκευής του, εμπλουτισμό τους σε ένταση και ποιότητα και την έξοδο τους απ αυτό.

Το χέρι (ή μάνικο )το οποίο εφαρμόζεται στο ηχ.κιβ. έχει μήκος περίπου  41,50 αποτελείται από ένα ίσιο μακρύ μονοκόμματο ξύλο .Έχει δυο επιφάνειες την επίπεδη και την κυρτή.

Η επίπεδη επιφάνεια, έχει μήκος περίπου 54.50 εκ, καλύπτεται με μία πλάκα από έβενο, ή παλίσανδρο, ή πυξάρι ή τριανταφυλιά, ανάλογα με το χρώμα που θέλουμε να έχει η ταστιέρα (ο έβενος μαύρο, ο παλίσανδρος κοκκινιάρικο σκούρο, η τριανταφυλλιά καστανοκόκκινο με όμορφα νερά και το πυξάρι ανοιχτόχρωμο)  η οποία κατά μήκος είναι επενδυμένη από φίλντισι. Στην πλάκα αυτή προσαρμόζονται κάθετα σε καθορισμένες θέσεις 26 λεπτά σιδεράκια  τα τάστα. Εξ αυτών καλείται ταστιέρα. Τα διαστήματα ανάμεσα στα τάστα, οριοθετούν την απόσταση του ημιτονίου.

Η κυρτή επιφάνεια ,δηλαδή το μπράτσο, είναι ημικυκλική, για την γρήγορη μετακίνηση του χεριού και το πάχος της ποικίλει, συνήθως επιλέγεται να γίνεται λεπτό.

Ο μικρός καβαλάρης αποτελείται από μικρό κοκκάλινο κομμάτι, μήκους ίσου με το πλάτος της ταστιέρας, και ύψους λίγο μεγαλύτερο απ το ύψος της ταστιέρας. Τοποθετείται στην αρχή της ,κάθετα στις χορδές όπως και ο μεγ. Καβαλάρης και είναι χαραγμένος από 8 εγκοπές από τις οποίες περνούν στηριζόμενες οι οχτώ χορδές.

Στην κεφαλή η οποία είναι ουσιαστικά η άκρη του χεριού, χρησιμεύει για να συγκρατεί τα οχτώ κλειδιά χορδίσματος, τα οποία είναι τοποθετημένα ανά τέσσερα.

Οι χορδές του ,είναι οχτώ ή έξη. Είναι κατασκευασμένες από ειδικό ατσάλι, μερικές εξ αυτών έχουν περιτύλιγμα από λεπτό σύρμα ειδικού μετάλλου, περασμένες στα γαντζάκια του χορδοστάτη.

Όταν πρόκειται για οχτάχορδο, το πρώτο ζεύγος χορδίζονται ρε, το δεύτερο λα, το τρίτο φα, κατά μια οκτάβα ψηλότερα η λεπτότερη, το τέταρτο ζεύγος ντο, κατά μια οκτάβα ψηλότερα η λεπτότερη. Το τετράχορδο, ως πιο πολυφωνικό, δίνει τη δυνατότητα για περισσότερες και πιο πλούσιες συγχορδίες ενώ, επειδή έχει περισσότερες χορδές, διευκολύνει τον εκτελεστή να παίζει τις κλίμακες κάνοντας μικρότερες διαδρομές στην ταστιέρα με τα δάχτυλα του αριστερού χεριού.

Το μπουζούκι παίζεται με πέννα, η οποία κρατιέται μεταξύ του αντίχειρα και του δείκτη και εφάπτεται των χορδών μεταξύ μεγάλου καβαλάρη και στομίου.

Άλλο είδος, πάλι τρίχορδο, είναι το μισομπούζουκο ή μέσομπουζουκο.Αυτό έχει μικρότερο ηχείο που το σχήμα του είναι σχεδόν ημισφαίριο (κι όχι αχλαδόσχημο) και το μάνικό του είναι λίγο κοντύτερο (έχει μήκος χορδών 60 ή 62 εκατοστά).

Κατασκευή

Από κατασκευαστική άποψη τα μπουζούκια μπορούν να έχουν διαφορές μεταξύ τους όχι μόνο στον αριθμό των χορδών αλλά και σε άλλα χαρακτηριστικά, π.χ. μήκος μάνικου, πλάτος, ύψος, βάθος του ηχείου ή σκάφους, το πλάτος των ξύλινων φετών του σκάφους. Τις διαφορές αυτές καθορίζει ο κατασκευαστής που με την εμπειρία του και ανάλογα με τον ήχο που θέλει να βγάζει το όργανο, τροποποιεί τα λειτουργικά στοιχεία του για να πετύχει πιο οξύ, πιο βαθύ ή πιο βαρύ ήχο. 

Η συνήθης διαδικασία ,η σειρά με την οποία εξελίσσεται η κατασκεύη,  είναι όμοια με του λαούτου. Ξεκινάει από το σκάφος.

Η κατασκευή του σκάφους γίνεται με τη βοήθεια ενός ξύλινου καλουπιού. Στο πάνω μέρος του καλουπιού βιδώνεται προσωρινά ένας τριγωνικός ντάκος. Πάνω σ αυτόν στερεώνονται οι ντούγες.

Στη μέση του ντάκου προσαρμόζουν την ντουγαμάνα και μετά τις υπόλοιπες ντούγες , μια δεξιά, μια αριστερά, κολλώντας τις και μεταξύ τους συνήθως με ψαρόκολλα. Τα ξύλα, λυγίζονται με μια θερμαινόμενη αντίσταση για να πάρουν κλήση. Μ ένα ροκάνι, οι ντούγες έρχονται και στο επιθυμητό φάρδος και σ ένα συγκεκριμένο σχήμα. Μ έναν εξοχονδριστήρα δουλεύεται το καπάκι ώστε να αποκτήσει συγκεκριμένο πάχος. Σκάβεται το καπάκι με το ρούτερ για να περαστούν οι φιγούρες. Κολλούνται τα καμαρόξυλα , χρησιμοποιώντας σφυκτήρες, κάτω απ το καπάκι. Αυτά δένουν στα πλαινά του σκάφους και ενώνεται έτσι με το σκάφος το καπάκι.

Έπειτα περνιέται το μανίκι μ ένα μόρσο στο σκάφος και κολλιέται με titebond, κατόπιν κολλιέται η ταστιέρα με σφυκτήρες πάνω στο μανίκι και τέλος  το  κεφαλάρι στην κορυφή του μανικιού. Ακολουθεί το λουστράρισμα και η τοποθέτηση χορδών.

~  Μπαγλαμάς  ~

Ο μπαγλαμάς ή μπαγλαμαδάκι, (εκ του τουρκικού baglama), είναι νυκτό μουσικό όργανο, συγγενές του μπουζουκιού (αλλά μικρότερο σε διαστάσεις) που χρησιμοποιείται στην ελληνική λαϊκή μουσική. Αποτελείται από το ηχείο, το καπάκι και το χέρι. Κατά κανόνα έχει τρεις διπλές χορδές και παίζεται με πένα. Ο ήχος του μπαγλαμά είναι οξύς. Κάθε χορδή κουρδίζεται μία οκτάβα υψηλότερα από την αντίστοιχη στο μπουζούκι ρε , λα ,ρε.

 

Αναδημοσιεύσεις πηγές βιβλιογραφία

 

 

 

 Βιβλιογραφία

Φοίβος Ανωγειανάκης , Ελληνικά Μουσικά Όργανα
Risto Pekka Pennanen,Οργανολογική εξέλιξη και εκτελεστική
πρακτική του ελληνικού μπουζουκιού. (μέρος Ά),Πολυφωνία ,τ/χ.14 (2009),σελ.38-91
Εισαγωγή στη οργανογνωσία Έφης Αβέρωφ

Δημήτρη Μπουκουβάλα, Μπουζούκι  Η τεχνική του και η διδασκαλία της τόμος I